This post is also available in: English (Αγγλικα)

H Ιστορία της Σκοπέλου

Ξακουστή για το αφροδισιακό κρασί της-λεηλατημένη από πειρατές-πατρίδα Ολυμπιονικών- η ιστορία της Σκοπέλου εκτείνεται πάνω από 18 αιώνες.

Αρχικά κατοικήθηκε στην παλαιολιθική εποχή, σύμφωνα με τα ευρήματα του γειτονικού νησιού της Αλοννήσου και το πρώτο όνομά της ήταν Πεπάρηνθος, από το γιο του Διονύσου (ο οποίος είναι ο θεός του κρασιού) και της Αριάδνης, ο οποίος σύμφωνα με την μυθολογία ήταν ο πρώτος κάτοικος του νησιού.

Παρόλα αυτά τα πρώτα αληθινά ευρήματα της Σκοπέλου χρονολογούνται από την πρωίμη και μέση Μυκηναϊκή περίοδο, μεταξύ του 16ου και 14ου αιώνα π.Χ.. Αυτά παραμένουν στο ακρωτήρι που χωρίζει το Βελανιό με το Στάφυλο και βρέθηκαν την δεκαετία του 1950 και πιστεύεται ότι είναι o τύμβος του πρίγκιπα Στάφυλου. Αυτός ήταν ένας τάφος πλούσιος σε θησαυρό και έργα τέχνης με σπουδαιότερο εύρημα, το διάσημο χρυσό σπαθί του πρίγκιπα, το οποίο σήμερα εκτείθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Παρόλη την βασιλική καταγωγή, η Σκόπελος δεν γνώρισε ακμή μέχρι αρκετούς αιώνες αργότερα, όταν το διάσημο κρασί έγινε γνωστό για τις αφροδισιακές του επιδράσεις και μαζί με την μοναδική του γέυση αναφέρθηκε από μεγάλους φιλόσοφους, όπως ο Αριστοτέλης! Το κρασί, υποτίθεται ότι ήταν παλαιωμένο για 7 χρόνια ήταν μάλλον αρκετά ισχυρό. Ο Αριστοτέλης (ως χαρακτήρας σε έργο) είπε:»Τρία κύπελλα αναμειγνύω για την εγκράτεια: Ένα για την υγεία, το οποίο αδειάζει πρώτο, το δεύτερο για την αγάπη και την ευχαρίστηση, το τρίτο για τον ύπνο. Όταν αυτό αδειάσει, οι σοφοί καλεσμένοι πάνε σπίτι τους. Το τέταρτο κύπελλο δεν είναι πια δικό μας αλλά ανήκει στην βια, το πέμπτο στην αναταραχή, το έκτο στο γλέντι μεθυσμένων, το έβδομο στα μαύρα μάτια, το όγδοο είναι ο αστυνομικός, το ένατο ανήκει στην δυστροπία και το δέκατο στην τρέλα και στο ξέσπασμα στα έπιπλα.

Το κρασί δεν ήταν το μόνο από τα αγαθά που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή, η Σκόπελος ήταν επίσης ξακουστή για το υπέροχο ελαιόλαδό της, το οποίο επίσης μεταφέρθηκε σε όλο το Αιγαίο και πιθανότατα ακόμα πιο μακριά. Το ναυάγιο από ένα ασυνήθιστα μεγάλο καράβι, διαστάσεων 85*35 πόδια, βρέθηκε πριν περίπου 20 χρόνια στην ακτή της Αλοννήσου, το οποίο πιστεύεται ότι χρονολογείται από το 400 π.Χ. Είχε μόλις παραλάβει εμπόρευμα από την Σκόπελο και μετέφερε εκατοντάδες φιάλες κρασιού και πιθανότατα λαδιού.

Αυτή η ανακάλυψη άλλαξε την γνώμη πολλών ιστορικών, που δεν είχαν ούτε καν συνειδητοποιήσει την ύπαρξη πλοίων τέτοιου μεγέθους εκείνη την περίοδο και ως εκ τούτου τοποθετεί την Σκόπελο σαν σημαντικό μέρος στις εμπορικές οδούς εκείνης της εποχής. Είναι επίσης αλήθεια ότι το νησί είχε δικό του νόμισμα, το οποίο ήταν οικονομικά ισχυρό.

Οι αθλητικές επιδόσεις επίσης δόξασαν το νησί της Σκοπέλου. Ο μαραθωνοδρόμος και Ολυμπιονίκης Αγνώντας, είχε καταγωγή από την Σκόπελο και κατά την θριαμβευτική επιστροφή του στο νησί διοργανώθηκε προς τιμή του γιορτή με τοπικό κρασί και έδωσαν το όνομά του στο λιμάνι το οποίο κατέφτασε. Το όνομα του λιμανιού διατηρείται μέχρι και σήμερα και πολλοί επισκέπτες καταφτάνουν στο συκεκριμένο λιμάνι.

Ο Χριστιανισμός έφτασε τελικά τον 2ο ή τον 3ο αιώνα μ.Χ,  μετά το κύρηγμα του Απόστολου Παύλου στην Αθήνα και του Ευαγγελιστή Λουκά στην Θήβα. Ο πρώτος αρχιεπίσκοπος του νησιού Άγιος Ρηγίνος (Ρήγας) εικάζεται ότι σκότωσε έναν δράκο ανάμεσα στις παραλίες Στάφυλου και Αγνώντα περίπου το 347 μ.Χ και δίνοντας το τελευταίο χτύπημα, η γη χωρίστηκε στα δυο, σχηματίζοντας το βαθύ ρήγμα το οποίο υπάρχει μέχρι και σήμερα. Εκεί υπάρχει ένα παρεκκλήσι με την εικόνα του Αγίου και μια αιώνια φλόγα.

Φαίνεται ότι η χρυσή εποχή της Σκοπέλου ήρθε λίγο αργότερα στο τέλος της και κατά την Βυζαντινή περίοδο με τις επιδρομές των πειρατών που φαίνεται να λεηλάτησαν και να χρησιμοποίησαν το νησί ως βάση, συρρίκνωσαν την οικονομία και την ανοικοδόμηση του νησιού. Επίσης χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας, κατάσταση που διήρκησε πολλούς αιώνες, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο τοπικός πλυθησμός, χάνοντας την ευμάρεια και το μέρος μετατράπηκε σε άνομη και απομακρυσμένη περιοχή.

Για να αλλάξει η κατάσταση χρειάστηκε η επιρροή ενός σπουδαίου πειρατή. Ο Μάρκος Σανούδος, Βενετός (επίσης Δούκας της Νάξου), κατέκτησε το νησί το 1207, ακριβώς μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και το χρησιμοποίησε σαν βάση για τις επιδρομές στην ενδοχώρα, στην Εύβοια και σε οποιαδήποτε άλλη γύρω περιοχή. Αυτό δεν βελτίωσε πολύ την κατάσταση για τους Σκοπέλιτες, αλλά τουλάχιστον είχαν έναν βαθμό σταθερότητας για περίπου 70 χρόνια, μέχρι ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος και ο ναύαρχος Αλέξιος Φιλανθρωπινός κατέκτησαν το νησί και έδωσαν πίσω στους νησιώτες ότι απέμεινε. Τα πράγματα ήταν άσχημα, αλλά έγιναν χειρότερα μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, η οποία οδήγησε τα 3 νησιά των Β. Σποράδων να ψηφίσουν υπέρ της βενετικής κυριαρχίας ξανά, ώστε να αποφύγουν την υποδούλωση στους Τούρκους. Αυτό δεν ήταν πιθανότατα η καλύτερη απόφαση που οι νησιώτες πήραν ποτέ! Τα νησιά απέκτησαν χωριστή επισκοπή, με την Σκόπελο να έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό και να γίνει βάση, αλλά αυτό σήμαινε ότι ο πόλεμος μεταξύ Βενετών και Τούρκων (Οθωμανική Αυτοκρατορία) τους τοποθέτησε ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Αυτό σταδιακά οδήγησε στην μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία των Σποράδων, όταν ο Αλγερινός πειρατής Μπαρμπαρόσα, κατέφτασε στο λιμάνι. Πολλοί άνθρωποι πίστεψαν ότι του ζητήθηκε να βάλει τέλος στην διαμάχη με τους Οθωμανούς και το έκανε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, εξοντώνοντας ή υποδουλώνοντας όλο τον πλυθησμό και των τριών νησιών. Όσοι κρύφτηκαν στα βουνά ήταν οι μοναδικοί που επιβίωσαν και η τουρκική κατοχή τους απέδειξε, μετά την βίαιη εισβολή, ότι η Σκόπελος ξαναπήρε το δρόμο της ανάκαμψης.

Οι Τούρκοι δεν κατέκτησαν στην πραγματικότητα ποτέ τα νησιά και αφού επανακατοικήθηκαν με ανθρώπους από την ενδοχώρα, την Εύβοια και την Μ. Ασία, η τοπική αριστοκρατία βρέθηκε σε συμφωνία με τους Οθωμανούς κατακτητές, δίνοντάς τους λίγο χρυσό και ναύτες για τον στόλο τους σε αντάλλαγμα προνόμια και άδεια για την ανάκαμψη του νησιού.

Η παράδοση της ναυτιλίας, επέτρεψε την ανάπτυξη ενός μεγάλου εμπορικού κέντρου, το οποίο λόγω της κεντρικής θέσης του στο Αιγαίο Πέλαγος, επέτρεψε στην Σκόπελο να κερδίσει την χαμένη της δόξα. Το πλούσιο έδαφος σε συνδυασμό με την καλή παροχή νερού, επέτρεψε την αγροτική ανάπτυξη και ελιές, λάδι, αμύγδαλα, πεύκη, δαμάσκηνα και φυσικά κρασί έγιναν η βάση της τοπικής ανάπτυξης. Η δύναμη αυτής της αξιοσημείωτης ανάπτυξης φαίνεται στο γεγονός ότι τον 18ο αιώνα υπήρχαν πρόξενοι από την Αγγλία, την Γαλλία και την Βενετία με βάση την Σκόπελο, κάτι που σήμαινε ότι θεωρήθηκε μια από τις πιο σπουδαίες βάσεις που πολλές μεγάλες πόλεις της ενδοχώρας δεν είχαν τέτοια εκπροσώπηση.

Αυτή η περίοδος της κατοχής των Οθωμανών τελείωσε με την επανάσταση του 1821 όταν η Σκόπελος ενεργά υποστήριξε τους αρχηγούς της εξέγερσης με πλοία μάχης και μεταφοράς. Αυτοί πήραν μέρος σε πολλές μάχες σε αυτόν τον αγώνα με επιτυχία και το 1831 το νησί επίσημα έγινε τμήμα του νέου Έθνους της Ελλάδας και η Σκόπελος πέρασε στην σύγχρονη ιστορία αφήνοντας πίσω ένα μακρύ παρελθόν τραγωδίας και θριάμβων.